Τι σχέση έχουν οι νοητικές Εκτελεστικές Λειτουργίες με τη Λογοθεραπεία;
Πολλές φορές έχουμε προβληματιστεί κι ερωτηθεί «γιατί το παιδί μιλάει πιο δυνατά απ’ ότι θα έπρεπε;» «γιατί μιλάει συνέχεια, πολλές φορές δείχνοντας ότι δεν λαμβάνει υπόψιν του τον άλλον;» ή γιατί όταν τον ρωτάει τί έκανες στο σχολείο σήμερα, συνήθως απαντά μονολεκτικά;».
Πολλές από αυτές τις ερωτήσεις θα μπορούσαν να απαντηθούν έχοντας το βλέμμα μας στραμμένο στις νοητικές εκτελεστικές λειτουργίες.
Στην ουσία οι εκτελεστικές λειτουργίες είναι ένα σύνολο ικανοτήτων που μας βοηθούν στην διεκπεραίωση σχεδόν κάθε δραστηριότητας στην καθημερινή μας ζωή.
Η γνώση πάνω στις εκτελεστικές λειτουργίες μας βοηθά να καταλαβαίνουμε καλύτερα ορισμένες συμπεριφορές των παιδιών και να χρησιμοποιούμε βοηθητικές στρατηγικές .
Όσο κι αν ακούγεται παράξενο, η ικανότητα, ένα παιδί να ακολουθεί έναν πιο ευέλικτο τρόπο σκέψης, εν μέρει οφείλεται στις εκτελεστικές λειτουργίες. Αυτό το οδηγεί να εξάγει συμπεράσματα, να κάνει προβλέψεις και να ορίζει τη σημασία μιας άγνωστης λέξης, μέσα από το εννοιολογικό πλαίσιο.
Κατά κάποιο τρόπο, οι εκτελεστικές λειτουργίες και οι γλωσσικές ικανότητες εργάζονται μαζί σε σημείο, όπου εάν υπάρχει κάποια δυσκολία σ’ αυτή τη συνέργεια, αυτό φαίνεται από τη δυσκολία να ακολουθήσει οδηγίες, να κατανοήσει αυτά που διαβάζει, αλλά και να συμμετάσχει σε μια συζήτηση.
Υπάρχουν παραδείγματα στην καθημερινότητα του παιδιού, στα οποία είναι πολύ σημαντικές οι εκτελεστικές λειτουργίες. Ορισμένα από αυτά είναι και η αναδιήγηση μιας ιστορίας ή ακόμα και το να περιγράψει τί έκανε μέσα στη μέρα του.
Οι δεξιότητες αυτού του τύπου απαιτούν την αναδιήγηση διαδικασιών και πράξεων που έγιναν με κάποια σειρά. Ένα παιδί χρειάζεται δεξιότητες, οι οποίες ανήκουν στις εκτελεστικές λειτουργίες, όπως ο σχεδιασμός, η ικανότητα του να επιλέξει τις σημαντικές πληροφορίες και να αποδώσει μια διαδικασία με τη σειρά που έγινε.
Για να μπορέσει ένα παιδί να ενταχθεί κοινωνικά πρώτα με την συμπεριφορά του αλλά και με τη χρήση του λόγου σε ανάλογες κοινωνικές καταστάσεις χρειάζεται να ελέγχει τα συναισθήματά του και τις παρορμήσεις του.
Αυτό του επιτρέπει να προσαρμόζει τη συμπεριφορά του ανάλογα με το περιβάλλον. Για παράδειγμα μπορεί να είναι πιο ενεργό στην αυλή την ώρα του διαλείμματος ή στην παιδική χαρά αλλά πιο ήσυχο στην βιβλιοθήκη, όπως επίσης δεν υπεραντιδρά όταν χάνει σ’ ένα παιχνίδι.
Ανάλογη πορεία ακολουθεί και η χρήση του λόγου στις καταστάσεις αυτές. Για παράδειγμα, αν υπάρχουν δυσκολίες στις ικανότητες αυτές, δυσκολεύεται να κατανοήσει την οπτική του άλλου. Πολλές φορές βλέπουμε να μην τηρεί τον προσωπικό χώρο του άλλου και γενικά να χρησιμοποιεί το λόγο χωρίς «φίλτρο».